shutterstock_225930637_edited.jpg

Εποπτεία

λακανικός ψυχαναλυτής Αθήνα λακανική ψυχανάλυση Αθήνα

Η εποπτεία αποτελεί έναν από τους τρεις πυλώνες της ψυχαναλυτικής διαμόρφωσης ενός θεραπευτή, δίπλα σ' εκείνους της προσωπικής του θεραπείας και της εκπαίδευσης στα πλαίσια ενός προγράμματος σπουδών ακαδημαϊκής μορφής, το οποίο συνήθως περιλαμβάνει παρακολούθηση μαθημάτων και κάποια προσωπική δουλειά, όπως μια γραπτή εργασία/ μελέτη πάνω σε κάποιο κλινικό περιστατικό.

​Είναι πολύ σημαντικό να διακρίνουμε το σκοπό και τη λειτουργία της κάθε μιας από αυτές τις διαστάσεις και να μην τις συγχέουμε, ώστε να κάνουμε σωστή χρήση της εποπτείας. Αυτό, βέβαια, δεν είναι πάντα εύκολο, καθώς υπάρχουν φαινομενικά πολλά κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους. Για παράδειγμα, τόσο στην εποπτεία, όσο και στην προσωπική θεραπεία απευθυνόμαστε σε έναν ψυχαναλυτή που έχουμε επιλέξει για συγκεκριμένους λόγους, μιλάμε εκεί για την οδύνη και τις δυσκολίες ενός υποκειμένου και αναμένουμε από το συνομιλητή μας κάποιες απαντήσεις που θα μας διαφωτίσουν ή και θα μας ανακουφίσουν. Άλλοτε, μπορεί στην προσωπική θεραπεία να αναφερόμαστε σε περιστατικά από την κλινική μας πρακτική, τα οποία μας έχουν προβληματίσει ή ταλαιπωρήσει ιδιαίτερα, προσδοκώντας σε μια ερμηνεία της δυσκολίας μας και την ανακούφιση μας. Απ' την άλλη, μπορεί να αναμένουμε από την εποπτεία να μας δώσει γνώσεις ή να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε ή να αποσαφηνίσουμε θεωρητικές έννοιες, υποκαθιστώντας έτσι την αμιγώς εκπαιδευτική διάσταση της διαμόρφωσης μας ως θεραπευτή.

Η εποπτεία, όμως, δεν είναι, ούτε και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν υποκατάστατο της προσωπικής θεραπείας ή της θεωρητικής εκπαίδευσης του ψυχαναλυτή, ούτε καν ως μια ήσσονος σημασίας διάσταση της διαμόρφωσης του, εξ ου και στο πλαίσιο της λακανικής διδασκαλίας ανάγεται ως ισότιμη των άλλων δυο, συμμετέχοντας εξ ίσου στο τρίπτυχο που προαναφέρθηκε.

Πρόκειται, όπως και στις άλλες δυο διαστάσεις, για μια εμπειρία μοναδική. Είναι μια συνάντηση μεταξύ δυο υποκειμένων, του επόπτη και του εποπτευόμενου, που ασκούν την κλινική πρακτική. Οι λόγοι που οδηγούν τον τελευταίο στην εποπτεία δεν είναι πάντοτε οι ίδιοι: μπορεί να είναι διαγνωστικοί, να ζητείται μια καθοδήγηση για την αρχή της θεραπείας, μπορεί να αφορούν μια κρίση του θεραπευόμενο, ένα "στραβοπάτημα" στην ίδια τη θεραπεία ή τη μεταβίβαση, ή ακόμη και αυτό το φαινόμενο που ονομάζεται "αντιμεταβίβαση", δηλαδή την επίπτωση που έχει ο θεραπευόμενος στο θεραπευτή ως υποκείμενο.

Όποιος κι αν είναι, όμως, ο φαινομενικός λόγος πίσω από κάθε εποπτική συνάντηση, ο επόπτης θα δώσει την ευκαιρία στον εποπτευόμενο να αναπτύξει το λόγο του για το υποκείμενο με το οποίο εργάζεται, να μιλήσει για την ιστορία εκείνου και να εκθέσει τα ερωτήματα ή τους προβληματισμούς που γεννιούνται από τη δική του συνάντηση με τον θεραπευόμενο. Και να ακούσει, έτσι, τον τροπο με τον οποίο ο ίδιος έχει συλλάβει και μεταφέρει αυτή την περίπτωση σε έναν τρίτο.

 

Όπως και στην ψυχαναλυτική θεραπεία, τα αποτελέσματα αυτής της συνάντησης δεν θα πρέπει να θεωρούνται προδιαγεγραμμένα. Ο νέος θεραπευτής που προσέρχεται για εποπτεία θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος, και ίσως να ελπίζει, να λάβει διαφορετικές απαντήσεις από εκείνες που είχε κατά νου. Όπως σημειώνει ο Ζακ-Αλέν Μιλλέρ, ο μόνος τρόπος να μάθουμε είναι να ακούσουμε κάτι που δεν εντάσσεται στο προϋπάρχον πλαίσιο κατανόησης μας, δηλαδή κάτι που θα ήμασταν ήδη έτοιμοι να καταλάβουμε.

Η εποπτεία στο πλαίσιο της πρακτικής μου μπορεί να λάβει χώρα στα ελληνικά ή αγγλικά, δια ζώσης  ή διαδικτυακά.